Ζωή σε Resus Αρνητικό Φωτογραφίας

Ο Μανώλης απενεργοποίησε βιαστικά το ξυπνητήρι από το κινητό του. Σήμερα δεν πρόλαβε να τον επαναφέρει από τον κόσμο των ονείρων. Το βράδυ προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά ο ύπνος του ήταν χωρίς ξεκούραση και με πολλές διακοπές. Είχε αγωνία. Σήμερα ήταν μέρα ξεχωριστή. Θα την έβλεπε πάλι.

Σήκώθηκε από νωρίς και άρχισε να ετοιμάζεται για την δουλειά. Έβαλε λίγο καφέ και άναψε ένα τσιγάρο. Η αγαπημένη του θέση τον περίμενε πάντα, και το τραπεζάκι καλωσόριζε πάντα τα πόδια του. Σε αυτή την στάση πάντα ξεκουραζόταν και ίσως μέσα από την αλλαγή χρήσης των αντικειμένων να έπαιρνε την εκδίκηση του από των καθωπρεπισμό των ανθρώπων. Πάντα στο πρωινό του τσιγάρο διάφορες σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του. Σκεφτόταν την πορεία του, τις σπουδές που δεν κατάφερε να τελειώσει (αλήθεια πόσο καλύτερο μέλλον θα είχε αν είχε τελειώσει εκείνο το ΤΕΙ ανθοκομείας), τους φίλους που έχασε από το φορτωμένο του πρόγραμμα, τους λογαριασμούς και διάφορα άλλα χωρίς συγκέκριμένη σειρά, χωρίς συγκεκριμένο νόημα. Η δουλειά τον απασχολούσε βέβαια αλλά δεν του άρεσε οπότε προτιμούσε να μην την σκέφτεται και πολύ. Τουλάχιστον πλήρωνε το νοίκι και μπορούσε να περάσει (μετρημένα βέβαια) αλλά είχε την ανεξαρτησία του.

Σήμερα όμως δεν σκεφτόταν τίποτα από όλα αυτά. Το μυαλό του ήταν σε Εκείνη. Ο χρόνος χάθηκε μέσα στον καπνό του… Την πρώτη φορά που την είδε ήταν στο γραφείο της. Είχε πάει να παραδόσει συστημένη αλληλογραφία. Όταν την αντίκρυσε ο χρόνος δεν πάγωσε ούτε ακούστηκαν καμπάνες. Είχε συνηθίσει να περνάει σχεδόν απαρατήρητος αφού για τους άλλους η δουλειά του δεν ήταν κάτι σημαντικό. Σιγά κούριερ είναι. Ένα πρόσωπο στα πολλά. Εκείνη όμως τον κοίταξε. Τον κοίταξε πραγματικά και του χαμογέλασε. Εντελώς αθώα ναι, αλλά δεν τον έκανε να νοιώσει άορατος.

Την παρατήρησε πιο προσεκτικά. Φαινόταν γυναίκα καριέρας, συγκρατημένη και χαμένη στους αριθμούς της. Υπέθεσε ότι ήταν καλή στην δουλειά της γιατί είχε πολύ κόσμο στο λογιστικό γραφείο. Ήταν ντυμένη σεμνά αλλά εξέπεμπε μια θυληκότητα που δεν είχε ξαναδεί. Κοίταξε το όνομα πάνω στον φάκελο. Δεν ήταν ένα όνομα που θα ξεχνούσε σε λίγα λεπτά. Το όνομα πια είχε εικόνα, είχε μορφή και μια μόνιμη θέση πια στο μυαλό του. ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Του άρεσε πολύ αλλά ήξερε ότι δεν είχε ελπίδες. Όσο και να έλεγαν άλλοι το αντίθετο ταξικές διαφορές υπήρχαν. Τις ζούσε καθημερινά. Παρόλαυτα είχε μάθει πάντα να αγωνίζεται. Και να ήθελε να αδιαφορίσει ήταν πάνω από τις δυνάμεις του.

Μετά από εκείνη την μέρα δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Ήθελε να την βλέπει έστω κάθε μέρα. Πολλές φορές σκέφτηκε να της στείλει αυτός κάτι για να της το παραδώσει, αλλά τα έβαζε με τον εαυτό που σκεφτόταν τετοιες χαζομάρες. Την είδε αρκετές φορές από τότε και πάντα στο γραφείο και πάντα για δουλειά. Πάντα ήταν ευγενική και με χαμόγελο. Είχε να την δει 2 βδομάδες που έλειπε με άδεια. Σήμερα θα ήταν πάλι στην δουλειά.

Έσβησε αποφαστικά το τσιγάρο του σαν αυτό να τον εμπόδιζε. Το πήρε απόφαση. Θα της μιλούσε. Θα της ζητούσε να βγουν έξω, έστω για ένα καφέ. Το είχε ήδη αναβάλλει 3-4 φορές. Πάντα έπειθε τον εαυτό του ότι δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή. Δεν άντεχε άλλο την αγωνία. Πήγε στο γραφείο, φόρτωσε το μηχανάκι με τα γράμματα και τα δέματα και ξεκίνησε την διανομή. Μετά από μία ώρα έφτασε κάτω από το γραφείο Της.

Ευτυχώς εκείνη την στιγμή ήταν μόνη στο γραφείο και η στιγμή φάνηκε κατάλληλη. Κάθε φορά που την έβλεπε την θαύμαζε και περισσότερο. Προσπάθησε και νίκησε το κόμπιασμα στο λαιμό του αλλά έννοιωθε το αίμα να κυλάει ακανόνιστα στις φλέβες του.

«Χριστίνα, θες να πάμε για καφέ κάποια στιγμή;» Έννοιωσε την φωνή του ξένη σαν να μιλούσε κάποιος άλλος. «Φυσικά΄.» του απάντησε. » Περίμενα τόσο καιρό να μου το προτείνεις.»  Η συνέχεια είναι λίγο μπερδεμένη. Της δίνει το κινητό του. Η Χριστίνα του κάνει μια κλήση για να δει τον αριθμό της. Τινάζεται στο κοδούνισμα. Για μια μόνο στιγμή νομίζει πως είναι το ξυπνητήρι που δεν εκλείσε, ότι ακόμα κοιμάται και πρέπει να γυρίσει από τον ονειρικό αυτό κόσμο. Είναι μόνο μια στιγμή. Της χαμογελάει και φεύγει με την υπόσχεση ότι θα βρεθούν το βράδυ.

Ανεβαίνει στην μηχανή. Το κράνος δεν χωράει τις σκέψεις του. Το περνάει στο χέρι. Ετσι και αλλιώς κοντά είναι η επόμενη παράδοση. Πήγε καλύτερα από ότι φανταζόταν. Περίμενε άλλη αντιμετώπιση. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία. Έπρεπε να σχεδιάσει την πρώτη τους έξοδο. Πρέπει όλα να γίνουν τέλεια. Και γιατί όχι να παρασυρθεί και στην ιδέα του πρώτου φιλιού. Τίποτα δεν είχε σημασία πια. Οι δυσκολίες, η κούραση, τα οικονομικά πρόβλήματα. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν Εκείνη.

Το επόμενο πράγμα που άκουσε ήταν ένας δυνατός θόρυβος. Σχεδόν σαν έκρηξη. Δεν κατάλαβε τι έγινε. Όχι αμέσως. Έννοιθε κάτι ζεστό να τρέχει στο κεφάλι του. Η άσφαλτος ήταν παγωμένη αλλά για κάποιο λόγο δεν το έννοιωθε. Κατάλαβε ότι είχε κάποιο ατύχημα αλλά δεν πρόλαβε να δει κάτι. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά το σώμα του δεν τον υπάκουγε. Άκουγε φωνές τριγύρω αλλά δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει ούτε να καταλάβει τι έλεγαν. Σκέφτηκε ότι όλο αυτό θα τον καθηστερήσει από την μεγάλη νύχτα που τον περίμενε. Το πρόσωπό του ήταν στην άσφαλτο. Οι φωνές σιγά σιγά έσβηναν και πρώτη φορά πρόσεξε μια λιμνούλα με αίμα δίπλα στο κεφάλι του. Όχι αυτό δεν ήταν καλό.

«Όχι τώρα, ρε γαμώτο, πάνω που το αποφάσισα να της μιλήσω. Λένε πως η ζωή σου περνάει μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις.  Σαν ταινία; Δεν ξέρω. Βλέπω κάποιες φωτογραφίες αλλά όχι ταινία.  Οι φωτογραφίες δεν είναι έγχρωμες. Περισσότερο μοιάζουν με αρνητικά φωτογραφίας και με τις φιγούρες να ξεχωρίζουν στην αντίθεση. Και σε όλες Εκείνη. Αυτή είναι η ζωή μου, κάποια αρνητικά φωτογραφιών μπερδεμένες πάνω στο αίμα. Όλη η ζωή σε Resus αρνητικό φωτογραφίας.»

Νίκος Τζιλιάνος

Advertisements

Posted on Δεκέμβριος 1, 2010, in Καθημερινές Ιστορίες. Bookmark the permalink. 2 Σχόλια.

  1. Συγχαρητήρια για το κείμενο. Καταπληκτικό στις εναλλαγές των συναισθημάτων που προκαλεί.

    Πράγματι η ζωή έχει τους δικούς της ρυθμούς, τους δικούς της νόμους και κανόνες, οι οποίοι τις περισσότερες φορές είναι απρόβλεπτοι, σκληροί και πολύ μακριά από τις δικές μας επιθυμίες.
    Ο χρόνος που μας απομένει για να ζήσουμε, να δράσουμε και να αφήσουμε το στίγμα μας είναι άγνωστος.
    Επομένως η επένδυση μας στο μέλλον υλική, ηθική ή συναισθηματική είναι επισφαλής.
    Και επειδή το αύριο μπορεί να μην έλθει ποτέ, οι επιθυμίες μας, τα όνειρα και οι στόχοι μας πρέπει να ικανοποιούνται άμα τη γενέσει, με φίλτρο τη διαίσθηση, την εμπειρία και τη λογική και οπωσδήποτε το συναίσθημα, χωρίς όμως πολλές δεύτερες σκέψεις, ανασφάλειες και αναβολές και άλλες χρονοβόρες διαδικασίες, γιατί ακόμα και αν αποτύχουμε τουλάχιστον ποτέ δεν θα πούμε ότι δεν προσπαθήσαμε.
    Η ζωή του καθενός ανεξάρτητα πότε αρχίζει και πότε τελειώνει δικαιούται ένα άλμπουμ με έγχρωμες φωτογραφίες το οποίο όταν έλθει η ώρα να το ξεφυλλίσει, να έχει να θυμάται στιγμές που δημιούργησε, γέλασε, έκλαψε, χάρηκε, πόνεσε, αγάπησε, αγαπήθηκε, προδόθηκε, ή πρόδωσε άθελα του, παθιάστηκε, νίκησε, νικήθηκε, ερωτεύτηκε, λύγησε και ξανασηκώθηκε, πάλεψε ξανά και ξανά, άρα έζησε πραγματικά.
    Ντιάνα

  2. Πάρα πολύ ωραίο!!!!Με συγκίνησες και ομολογώ μου ανέτρεψες ότι συναίσθημα μου ε΄χες δημιουργήσει στο μέσο τους διαβάσματος…
    Περιγραφικός όσο πρέπει για να μην κουράσεις, ανατρεπτικός, συναισθηματικός.. Είχες όλα τα καλά….
    Μπράβο.. αναμένω για την επόμενη!!!:)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: