Monthly Archives: Δεκέμβριος 2010

Πόσο κοινή είναι η κοινή γνώμη;


Κατά καιρούς ακούμε αναφορές στην κοινή γνώμη. Πολλές πολιτικές διαμορφώνονται με βάση την κοινή γνώμη και οι πολιτικοί καθώς και τα ΜΜΕ βασίζονται σε αυτή για την διαμόρφωση των προγραμμάτων τους. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει στην πραγματικότητα κοινή γνώμη; Με τον όρο <> αναφερόμαστε στην γνώμη, την άποψη, την κρίση και την θέση που έχει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας πάνω σε διάφορα ζητήματα που ενδιαφέρουν κι ως ένα βαθμό απασχολούν τους πολίτες πολιτικά κοινωνικά, πολιτιστικά και άλλα. Ένας τρόπος μέτρησης της κοινής γνώμης είναι οι δημοσκοπήσεις (τα γνωστά γκάλοπ κατά μερικούς). Οι δημοσκοπήσεις άνθησαν σε όλη την Ευρώπη και ειδικά στην Γαλλία την δεκαετία του 1970, αναβαθμίζοντας τον ρόλο των ΜΜΕ στην πολιτική και οικονομική ζωή. Ενώ σε όλη την Ευρώπη έγιναν αντικείμενο ακαδημαϊκής και πανεπιστημιακής παράδοσης, λειτουργώντας σε ένα αυστηρό πλαίσιο, στην Ελλάδα η ιδιωτική πρωτοβουλία διέπρεψε ξανά. Θεσμικά ανεξέλεγκτες εταιρείες αναλαμβάνουν κάθε είδος δημοσκόπησης εκ μέρους άλλων εταιριών ή οργανισμών και πολλές φορές του ίδιου του κράτους!!!! Οι εταιρείες αυτές, φυσικά και δεν ενδιαφέρονται για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων τους αρκεί να ικανοποιηθεί ο πελάτης (θεωρώ ότι τηρούν τους ελάχιστους υποτυπώδεις κανονισμούς τέτοιων ερευνών). Είναι πλήρως ελεγχόμενες όμως, ως προς το αποτέλεσμα. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δεν προσανατολίζονται στην γνώση ενός αντικειμένου. Είναι πολιτικές και δημοσιογραφικές με στόχο όχι τόσο την αποτύπωση της κοινής γνώμης αλλά της κατεύθυνσης της μέσω συγκεκριμένων ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο χρόνος διεξαγωγής τους είναι πάντα περιορισμένος και αποτυπώνει συγκυριακά δεδομένα. Επικεντρώνεται στην καταγραφή της κοινής γνώμης και όχι στην ερμηνεία της. Απλά είναι ένα μέσο για πείσουν ότι οι πολιτικές τους είναι αποδεκτές από τον κόσμο. Η σχέση ανάμεσα τα ΜΜΕ, της πολιτικής εξουσίας (σε όλες τις μορφές της) και των ιδιωτικών εταιρειών είναι εμφανής. Μέσω χειραγωγικών μηχανισμών επηρεάζουν την πολιτική διαδικασία και την κοινωνία. Ειδικά στην ελληνική πραγματικότητα με την ανακολουθία λόγων και πράξεων των πολιτικών, οι δημοσκοπήσεις έχουν γίνει ο Δούρειος Ίππος για κάθε νόμο που πρέπει να περάσει και ας μην είναι αποδεκτός. Τα ΜΜΕ φροντίζουν να περάσουν το μήνυμα ότι αυτό θέλει η <>, οπότε ποιος να πάει αντίθετα στο γενικό ρεύμα; Με αυτό τον τρόπο αποδέχονται όλοι μια κατάσταση η οποία όχι μόνο δεν είναι αρεστή αλλά ούτε καν αποδεκτή. Πολλές λοιπόν πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με το πρόσχημα ότι αυτό θέλει η κοινή γνώμη ή ο κόσμος πιο λαϊκά :P. Δεδομένου ότι τα αποτελέσματα είναι ραμμένα και κομμένα στα μέτρα τους τότε μιλάμε για την πιο αισχρή μορφή παραποίησης της δημοκρατίας. Τα αντιφατικά αποτελέσματά τους είναι απόδειξη της χειραγώγησής τους. Ελάχιστο καιρό πριν ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός βαφτίστηκε σε λιγότερο από ένα χρόνο ο πιο άχρηστος στην ιστορία της Ελλάδας και τον διαδέχτηκε αυτός που ήταν λιγότερο κατάλληλος και από τον κανένα!!!! Ξαφνικά όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόνο εκείνος τώρα μπορεί να μας σώσει και ότι διαχειρίζεται πολύ σωστά την τωρινή κατάσταση. Πέρα από κομματισμούς η κοινή γνώμη δεν μπορεί να αλλάζει με τέτοιες ταχύτητες. Άρα τα αποτελέσματα είναι κατασκευασμένα για να βολεύουν το τρίγωνο αυτό της εξουσίας. Κάθε φορά που ακούω κάποιον πολιτικό ή δημοσιογράφο να αναφέρει «ο κόσμος ρωτάει» ή το «με βρίσκει ο απλός άνθρωπος στο δρόμο και μου λέει» νοιώθω εξαπατημένος από ένα σύστημα που σκοπό του έχει την παραπλάνηση. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι αποκομμένοι από την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας και έχουν προσωπικούς στόχους πιο σημαντικούς από το κοινό καλό. Καταλήγοντας, η κοινή γνώμη δεν υπάρχει με την μορφή που της δίνουν απαραίτητα, αλλά χρησιμοποιείται πάραυτα και με δόλιο σκοπό. Πως μπορεί να υπάρχει κοινά αποδεκτή κοινή γνώμη σε τόσα διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, γεωγραφικές περιοχές, ηλικιακές διαφοροποιήσεις και πολλών άλλων κοινωνικών παραγόντων; Είναι αποδεκτός ένας φτιαχτός μέσος όρος για να παίρνονται όλες οι σοβαρές αποφάσεις; Ίσως αν κάποτε στο μέλλον επιτύχουμε σαν κοινωνία την συλλογική συνείδηση να υπάρχει η έννοια της κοινής γνώμης και να έχει ουσιώδη αξία. Προσωπικά πάντως η κοινή γνώμη δεν με εκφράζει καθόλου και δεν συμφωνώ μαζί της. Άρα δεν είναι ούτε κοινή και με τον τρόπο που την <> τελικά, δεν είναι ούτε γνώμη. Κλείνω με μια παράκληση προς όλες τις εταιρείες δημοσκοπήσεων. Είναι άδικο να βάζετε απάντηση: «Δεν ξέρω/Δεν απαντώ». Πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους να διαχωριστούν οι άσχετοι από τους αντιδραστικούς 😀 😀 😀 Νίκος Τζιλιάνος

Ζωή σε Resus Αρνητικό Φωτογραφίας


Ο Μανώλης απενεργοποίησε βιαστικά το ξυπνητήρι από το κινητό του. Σήμερα δεν πρόλαβε να τον επαναφέρει από τον κόσμο των ονείρων. Το βράδυ προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά ο ύπνος του ήταν χωρίς ξεκούραση και με πολλές διακοπές. Είχε αγωνία. Σήμερα ήταν μέρα ξεχωριστή. Θα την έβλεπε πάλι.

Σήκώθηκε από νωρίς και άρχισε να ετοιμάζεται για την δουλειά. Έβαλε λίγο καφέ και άναψε ένα τσιγάρο. Η αγαπημένη του θέση τον περίμενε πάντα, και το τραπεζάκι καλωσόριζε πάντα τα πόδια του. Σε αυτή την στάση πάντα ξεκουραζόταν και ίσως μέσα από την αλλαγή χρήσης των αντικειμένων να έπαιρνε την εκδίκηση του από των καθωπρεπισμό των ανθρώπων. Πάντα στο πρωινό του τσιγάρο διάφορες σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του. Σκεφτόταν την πορεία του, τις σπουδές που δεν κατάφερε να τελειώσει (αλήθεια πόσο καλύτερο μέλλον θα είχε αν είχε τελειώσει εκείνο το ΤΕΙ ανθοκομείας), τους φίλους που έχασε από το φορτωμένο του πρόγραμμα, τους λογαριασμούς και διάφορα άλλα χωρίς συγκέκριμένη σειρά, χωρίς συγκεκριμένο νόημα. Η δουλειά τον απασχολούσε βέβαια αλλά δεν του άρεσε οπότε προτιμούσε να μην την σκέφτεται και πολύ. Τουλάχιστον πλήρωνε το νοίκι και μπορούσε να περάσει (μετρημένα βέβαια) αλλά είχε την ανεξαρτησία του.

Σήμερα όμως δεν σκεφτόταν τίποτα από όλα αυτά. Το μυαλό του ήταν σε Εκείνη. Ο χρόνος χάθηκε μέσα στον καπνό του… Την πρώτη φορά που την είδε ήταν στο γραφείο της. Είχε πάει να παραδόσει συστημένη αλληλογραφία. Όταν την αντίκρυσε ο χρόνος δεν πάγωσε ούτε ακούστηκαν καμπάνες. Είχε συνηθίσει να περνάει σχεδόν απαρατήρητος αφού για τους άλλους η δουλειά του δεν ήταν κάτι σημαντικό. Σιγά κούριερ είναι. Ένα πρόσωπο στα πολλά. Εκείνη όμως τον κοίταξε. Τον κοίταξε πραγματικά και του χαμογέλασε. Εντελώς αθώα ναι, αλλά δεν τον έκανε να νοιώσει άορατος.

Την παρατήρησε πιο προσεκτικά. Φαινόταν γυναίκα καριέρας, συγκρατημένη και χαμένη στους αριθμούς της. Υπέθεσε ότι ήταν καλή στην δουλειά της γιατί είχε πολύ κόσμο στο λογιστικό γραφείο. Ήταν ντυμένη σεμνά αλλά εξέπεμπε μια θυληκότητα που δεν είχε ξαναδεί. Κοίταξε το όνομα πάνω στον φάκελο. Δεν ήταν ένα όνομα που θα ξεχνούσε σε λίγα λεπτά. Το όνομα πια είχε εικόνα, είχε μορφή και μια μόνιμη θέση πια στο μυαλό του. ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Του άρεσε πολύ αλλά ήξερε ότι δεν είχε ελπίδες. Όσο και να έλεγαν άλλοι το αντίθετο ταξικές διαφορές υπήρχαν. Τις ζούσε καθημερινά. Παρόλαυτα είχε μάθει πάντα να αγωνίζεται. Και να ήθελε να αδιαφορίσει ήταν πάνω από τις δυνάμεις του.

Μετά από εκείνη την μέρα δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Ήθελε να την βλέπει έστω κάθε μέρα. Πολλές φορές σκέφτηκε να της στείλει αυτός κάτι για να της το παραδώσει, αλλά τα έβαζε με τον εαυτό που σκεφτόταν τετοιες χαζομάρες. Την είδε αρκετές φορές από τότε και πάντα στο γραφείο και πάντα για δουλειά. Πάντα ήταν ευγενική και με χαμόγελο. Είχε να την δει 2 βδομάδες που έλειπε με άδεια. Σήμερα θα ήταν πάλι στην δουλειά.

Έσβησε αποφαστικά το τσιγάρο του σαν αυτό να τον εμπόδιζε. Το πήρε απόφαση. Θα της μιλούσε. Θα της ζητούσε να βγουν έξω, έστω για ένα καφέ. Το είχε ήδη αναβάλλει 3-4 φορές. Πάντα έπειθε τον εαυτό του ότι δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή. Δεν άντεχε άλλο την αγωνία. Πήγε στο γραφείο, φόρτωσε το μηχανάκι με τα γράμματα και τα δέματα και ξεκίνησε την διανομή. Μετά από μία ώρα έφτασε κάτω από το γραφείο Της.

Ευτυχώς εκείνη την στιγμή ήταν μόνη στο γραφείο και η στιγμή φάνηκε κατάλληλη. Κάθε φορά που την έβλεπε την θαύμαζε και περισσότερο. Προσπάθησε και νίκησε το κόμπιασμα στο λαιμό του αλλά έννοιωθε το αίμα να κυλάει ακανόνιστα στις φλέβες του.

«Χριστίνα, θες να πάμε για καφέ κάποια στιγμή;» Έννοιωσε την φωνή του ξένη σαν να μιλούσε κάποιος άλλος. «Φυσικά΄.» του απάντησε. » Περίμενα τόσο καιρό να μου το προτείνεις.»  Η συνέχεια είναι λίγο μπερδεμένη. Της δίνει το κινητό του. Η Χριστίνα του κάνει μια κλήση για να δει τον αριθμό της. Τινάζεται στο κοδούνισμα. Για μια μόνο στιγμή νομίζει πως είναι το ξυπνητήρι που δεν εκλείσε, ότι ακόμα κοιμάται και πρέπει να γυρίσει από τον ονειρικό αυτό κόσμο. Είναι μόνο μια στιγμή. Της χαμογελάει και φεύγει με την υπόσχεση ότι θα βρεθούν το βράδυ.

Ανεβαίνει στην μηχανή. Το κράνος δεν χωράει τις σκέψεις του. Το περνάει στο χέρι. Ετσι και αλλιώς κοντά είναι η επόμενη παράδοση. Πήγε καλύτερα από ότι φανταζόταν. Περίμενε άλλη αντιμετώπιση. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία. Έπρεπε να σχεδιάσει την πρώτη τους έξοδο. Πρέπει όλα να γίνουν τέλεια. Και γιατί όχι να παρασυρθεί και στην ιδέα του πρώτου φιλιού. Τίποτα δεν είχε σημασία πια. Οι δυσκολίες, η κούραση, τα οικονομικά πρόβλήματα. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν Εκείνη.

Το επόμενο πράγμα που άκουσε ήταν ένας δυνατός θόρυβος. Σχεδόν σαν έκρηξη. Δεν κατάλαβε τι έγινε. Όχι αμέσως. Έννοιθε κάτι ζεστό να τρέχει στο κεφάλι του. Η άσφαλτος ήταν παγωμένη αλλά για κάποιο λόγο δεν το έννοιωθε. Κατάλαβε ότι είχε κάποιο ατύχημα αλλά δεν πρόλαβε να δει κάτι. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά το σώμα του δεν τον υπάκουγε. Άκουγε φωνές τριγύρω αλλά δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει ούτε να καταλάβει τι έλεγαν. Σκέφτηκε ότι όλο αυτό θα τον καθηστερήσει από την μεγάλη νύχτα που τον περίμενε. Το πρόσωπό του ήταν στην άσφαλτο. Οι φωνές σιγά σιγά έσβηναν και πρώτη φορά πρόσεξε μια λιμνούλα με αίμα δίπλα στο κεφάλι του. Όχι αυτό δεν ήταν καλό.

«Όχι τώρα, ρε γαμώτο, πάνω που το αποφάσισα να της μιλήσω. Λένε πως η ζωή σου περνάει μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις.  Σαν ταινία; Δεν ξέρω. Βλέπω κάποιες φωτογραφίες αλλά όχι ταινία.  Οι φωτογραφίες δεν είναι έγχρωμες. Περισσότερο μοιάζουν με αρνητικά φωτογραφίας και με τις φιγούρες να ξεχωρίζουν στην αντίθεση. Και σε όλες Εκείνη. Αυτή είναι η ζωή μου, κάποια αρνητικά φωτογραφιών μπερδεμένες πάνω στο αίμα. Όλη η ζωή σε Resus αρνητικό φωτογραφίας.»

Νίκος Τζιλιάνος